Η ευλογιά των αιγοπροβάτων έχει προκαλέσει σοβαρές απώλειες στο ζωικό κεφάλαιο της Ελλάδας. Οι μαζικές θανατώσεις, τα περιοριστικά μέτρα και οι οικονομικές επιπτώσεις δημιουργούν σημαντικές προκλήσεις για την ελληνική κτηνοτροφία και την παραγωγή γαλακτοκομικών προϊόντων.
Σχεδόν μισό εκατομμύριο ζώα έχουν θανατωθεί
Η ελληνική κτηνοτροφία βρίσκεται αντιμέτωπη με μία από τις σοβαρότερες υγειονομικές κρίσεις των τελευταίων ετών. Η εξάπλωση της ευλογιάς των αιγοπροβάτων, που καταγράφεται από τον Αύγουστο του 2024, έχει οδηγήσει στη θανάτωση εκατοντάδων χιλιάδων ζώων και έχει επηρεάσει κτηνοτροφικές μονάδες σε πολλές περιοχές της χώρας.
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, στις 26 Μαΐου 2026 οι συνολικές απώλειες είχαν φτάσει τα 488.754 αιγοπρόβατα, ενώ είχαν καταγραφεί 2.172 επιβεβαιωμένα κρούσματα σε 2.681 εκτροφές.
Τα στοιχεία αυτά αποτυπώνουν το μέγεθος της κρίσης, αλλά και τη δυσκολία αντιμετώπισης μιας ιδιαίτερα μεταδοτικής ασθένειας.
Γιατί θανατώνονται ολόκληρα κοπάδια;
Η ευλογιά των αιγοπροβάτων είναι ιογενής νόσος που προσβάλλει πρόβατα και κατσίκες. Μεταδίδεται μέσω της άμεσης επαφής μεταξύ των ζώων, αλλά και έμμεσα, μέσω μολυσμένου εξοπλισμού, οχημάτων, ρουχισμού και άλλων υλικών.
Όταν επιβεβαιώνεται κρούσμα σε μια κτηνοτροφική μονάδα, προβλέπεται η εφαρμογή αυστηρών μέτρων για την αποτροπή της περαιτέρω εξάπλωσης της νόσου.
Η θανάτωση δεν περιορίζεται απαραίτητα στα ζώα που εμφανίζουν συμπτώματα. Σύμφωνα με τα προβλεπόμενα υγειονομικά πρωτόκολλα, μπορεί να απαιτείται η θανάτωση ολόκληρου του κοπαδιού μιας μολυσμένης εκτροφής, ακόμη και όταν ορισμένα ζώα φαίνονται υγιή.
Σκοπός είναι να περιοριστεί η μετάδοση του ιού σε γειτονικές μονάδες και να προστατευτεί το υπόλοιπο ζωικό κεφάλαιο.
Η νόσος δεν θεωρείται επικίνδυνη για τον άνθρωπο, ωστόσο οι επιπτώσεις της στην κτηνοτροφική παραγωγή είναι ιδιαίτερα σοβαρές.
Οι οικονομικές συνέπειες για τους κτηνοτρόφους
Πέρα από την υγειονομική διάσταση, οι μαζικές θανατώσεις δημιουργούν σημαντικά οικονομικά προβλήματα.
Για έναν κτηνοτρόφο, η απώλεια του κοπαδιού του σημαίνει συχνά την απώλεια της βασικής πηγής εισοδήματός του. Η ανασύσταση μιας κτηνοτροφικής μονάδας απαιτεί χρόνο, νέα ζώα, κεφάλαια και επενδύσεις.
Οι συνέπειες επεκτείνονται και σε άλλους τομείς της αγροτικής οικονομίας, όπως τα τυροκομεία, οι προμηθευτές ζωοτροφών και οι επιχειρήσεις που εξαρτώνται από την παραγωγή γάλακτος και κρέατος.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η προστασία της παραγωγής φέτας, ενός από τα σημαντικότερα εξαγωγικά προϊόντα της ελληνικής κτηνοτροφίας.
Αποζημιώσεις και μέτρα στήριξης
Το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων έχει προχωρήσει σε καταβολές αποζημιώσεων για την απώλεια ζώων και εισοδήματος.
Τον Μάιο του 2026 ανακοίνωσε την έκδοση ενταλμάτων πληρωμής ύψους περίπου 3,6 εκατομμυρίων ευρώ για 226 κτηνοτρόφους στη Δυτική Μακεδονία και τη Δυτική Ελλάδα.
Επιπλέον, με κοινή υπουργική απόφαση του Αυγούστου 2026 προβλέφθηκε διαδικασία αποζημίωσης για απώλεια εισοδήματος που αφορά το 2025 και το πρώτο εξάμηνο του 2026.
Ωστόσο, η οικονομική ενίσχυση δεν αρκεί από μόνη της για την άμεση αποκατάσταση της παραγωγικής δραστηριότητας. Η ανασύσταση των κοπαδιών και η επιστροφή των κτηνοτροφικών μονάδων στην κανονική λειτουργία αποτελούν μακροχρόνιες διαδικασίες.
Τα μέτρα για τον περιορισμό της νόσου
Οι αρμόδιες κτηνιατρικές υπηρεσίες εφαρμόζουν περιορισμούς στις μετακινήσεις ζώων, επιδημιολογική επιτήρηση και μέτρα βιοασφάλειας στις κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις.
Η απολύμανση οχημάτων και εξοπλισμού, ο περιορισμός της πρόσβασης στις εκτροφές και η έγκαιρη αναφορά ύποπτων συμπτωμάτων αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για τον περιορισμό της διασποράς.
Σύμφωνα με την επίσημη ενημέρωση της 12ης Ιουνίου 2026, η επιδημιολογική εικόνα παρουσίαζε αποκλιμάκωση σε σχέση με την κορύφωση του φθινοπώρου του 2025, χωρίς όμως να έχει εξαλειφθεί η νόσος. Μέχρι τότε είχαν καταγραφεί 489.307 θανατώσεις αιγοπροβάτων.
Η επόμενη ημέρα για την ελληνική κτηνοτροφία
Η αντιμετώπιση της ευλογιάς δεν περιορίζεται στην εξάλειψη των κρουσμάτων. Απαιτείται επίσης η αποκατάσταση των πληγεισών εκτροφών, η οικονομική στήριξη των παραγωγών και η ενίσχυση των κτηνιατρικών υπηρεσιών.
Παράλληλα, η κρίση αναδεικνύει την ανάγκη για αποτελεσματικότερη πρόληψη, έγκαιρη διάγνωση και καλύτερο συντονισμό μεταξύ των αρμόδιων αρχών και των κτηνοτρόφων.
Η προστασία του ζωικού κεφαλαίου είναι καθοριστική τόσο για τη βιωσιμότητα των κτηνοτροφικών εκμεταλλεύσεων όσο και για τη διατήρηση της ελληνικής παραγωγής γάλακτος, κρέατος και παραδοσιακών τυροκομικών προϊόντων.